στο λεξικό PONS
δωδέκατ|ος <-η, -ο> [ðɔˈðɛkatɔs] ΕΠΊΘ
- δωδέκατος
- zwölfte(r, s)
- φτάνω δωδέκατος/δωδέκατη
- als Zwölfter/Zwölfte ankommen
- βγήκε δωδέκατος (σε αγώνα)
- er wurde Zwölfter
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βγήκε δωδέκατος (σε αγώνα)
- er wurde Zwölfter
- φτάνω δωδέκατος/δωδέκατη
- als Zwölfter/Zwölfte ankommen