στο λεξικό PONS
απαραίτητ|ος <-η, -ο> [apaˈrɛtitɔs] ΕΠΊΘ
- απαραίτητος
- unbedingt notwendig, unentbehrlich
- το οξυγόνο είναι απαραίτητο για τη ζωή
- Sauerstoff ist für das Leben unentbehrlich
- είναι απαραίτητο να έρθω κι εγώ;
- muss ich unbedingt mitkommen?
- τα απαραίτητα (προς το ζειν)
- das Lebensnotwendige ουδ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.