στο λεξικό PONS
ελπί|ζω <-σα> [ɛlˈpizɔ] VERB αμετάβ
- ελπίζω
- hoffen
- ελπίζω σε κάτι
- auf etw αιτ hoffen
- ελπίζω να σας ξαναδώ (σύντομα)
- ich hoffe, Sie (bald) wiederzusehen
- θέλω να ελπίζω ότι …
- ich möchte gerne glauben, dass …
- μην ελπίζεις!
- mach dir keine Hoffnungen!
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- θέλω να ελπίζω ότι …
- ich möchte gerne glauben, dass …
- ελπίζω σε κάτι
- auf etw αιτ hoffen
- ελπίζω να σας ξαναδώ (σύντομα)
- ich hoffe, Sie (bald) wiederzusehen