στο λεξικό PONS
διατύπωσ|η <-εις> [ðiaˈtipɔsi] SUBST θηλ
1. διατύπωση (έκφραση σκέψης) ΜΑΘ:
- διατύπωση
- Formulierung θηλ
- μαθηματική διατύπωση
- mathematische Formulierung θηλ
2. διατύπωση (τυπική πράξη):
- διατύπωση
- Formalität θηλ
- τελωνειακές διατυπώσεις
- Zollformalitäten θηλ πλ
- αποπερατώνω τις τελωνειακές διατυπώσεις πλοίου και φορτίου προς άδεια απόπλου
- ein Schiff ausklarieren
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μαθηματική διατύπωση
- mathematische Formulierung θηλ