στο λεξικό PONS
φαρδ|ύς <-ιά, -ύ> [farˈðis] ΕΠΊΘ
- φαρδύς
- breit
- έπεσε φαρδύς πλατύς
- er ist in seiner ganzen Länge hingefallen/er ist der Länge nach hingefallen
- ήταν ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς στο …
- er lag in seiner ganzen Länge auf dem …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- έπεσε φαρδύς πλατύς
- er ist in seiner ganzen Länge hingefallen/er ist der Länge nach hingefallen
- ήταν ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς στο …
- er lag in seiner ganzen Länge auf dem …