στο λεξικό PONS
αγορά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [aɣɔˈrazɔ] VERB μεταβ
1. αγοράζω (αποκτώ με χρήματα):
- αγοράζω
- kaufen
- αγοράζω τοις μετρητοίς
- bar kaufen
- αγοράζω με πίστωση
- auf Kredit kaufen
- αγοράζω βερεσέ
- auf Pump kaufen
- αγοράζω με δόσεις
- auf Raten kaufen
- αγοράζω κάτι από κάποιον (π.χ. κάτι μεταχειρισμένο)
- jdm etw abkaufen
2. αγοράζω (δωροδοκώ):
- αγοράζω
- bestechen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αγοράζω βερεσέ
- auf Pump kaufen
- αγοράζω γουρούνι στο σακί
- die Katze im Sack kaufen
- αγοράζω κάτι με δόσεις
- etw auf Raten kaufen
- αγοράζω κάτι από κάποιον (π.χ. κάτι μεταχειρισμένο)
- jdm etw abkaufen
- αγοράζω τοις μετρητοίς
- bar kaufen