στο λεξικό PONS
μονοπάτι [mɔnɔˈpati] SUBST ουδ
- μονοπάτι
- Fußweg αρσ
- μονοπάτι
- Pfad αρσ
- το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι παροιμ
- man findet immer einen Weg
- έξω από τα συνηθισμένα μονοπάτια
- abseits ausgetretener Pfade
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι παροιμ
- man findet immer einen Weg