στο λεξικό PONS
I. παρουσιά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [parusiˈazɔ] VERB μεταβ
1. παρουσιάζω (έγγραφο):
- παρουσιάζω
- vorlegen
2. παρουσιάζω (παριστάνω):
- παρουσιάζω
- darstellen
- παρουσιάζω κάτι ως εντελώς ασήμαντο
- etw als völlig unwichtig darstellen
3. παρουσιάζω (επιδείχνω: νέο έργο, μόδα):
- παρουσιάζω
- präsentieren
4. παρουσιάζω (συστήνω):
- παρουσιάζω
- vorstellen
5. παρουσιάζω (εκθέτω: έργα τέχνης):
- παρουσιάζω
- ausstellen
6. παρουσιάζω (έχω, φέρνω):
- παρουσιάζω
- aufweisen
- η υπόθεση παρουσιάζει μερικές ανωμαλίες
- die Angelegenheit weist einige Ungereimtheiten auf
7. παρουσιάζω TV:
- παρουσιάζω
- moderieren
II. παρουσιάζομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. παρουσιάζομαι (εμφανίζομαι: φαινόμενο, αρρώστια, προβλήματα):
- παρουσιάζομαι
- auftreten
2. παρουσιάζομαι (παραβρίσκομαι):
- παρουσιάζομαι
- erscheinen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παρουσιάζω κάτι ως εντελώς ασήμαντο
- etw als völlig unwichtig darstellen