στο λεξικό PONS
δεξιά [ðɛksiˈa] ΕΠΊΡΡ
- δεξιά
- rechts
- πιο δεξιά
- weiter rechts
- από δεξιά
- von rechts
- δεξιά κι αριστερά (κυριολεκτικά)
- rechts und links
- δεξιά κι αριστερά μτφ (παντού)
- links und rechts
Δεξιά [ðɛksiˈa] SUBST θηλ
- η Δεξιά
- die Rechte θηλ
- η άκρα Δεξιά
- die extreme Rechte θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- η Δεξιά
- die Rechte θηλ
- πιο δεξιά
- weiter rechts
- από δεξιά
- von rechts
- στρίβω δεξιά
- nach rechts abbiegen
- (δεξιά) περιοχή θηλ του σερβίς
- (rechtes) Aufschlagfeld ουδ