στο λεξικό PONS
προκλητικ|ός <-ή, -ό> [prɔklitiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. προκλητικός (που προκαλεί σε κάτι):
- προκλητικός
- herausfordernd
2. προκλητικός (που ερεθίζει):
- προκλητικός
- provokativ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.