στο λεξικό PONS
αναζητ|ώ <-άς, -ησα> [anaziˈtɔ] VERB μεταβ
1. αναζητώ (γυρεύω):
- αναζητώ
- suchen
2. αναζητώ (επιθυμώ ζωηρά):
- αναζητώ κάτι
- sich αιτ nach etw sehnen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αναζητώ κάτι
- sich αιτ nach etw sehnen