στο λεξικό PONS
αποζημίωσ|η <-εις> [apɔziˈmiɔsi] SUBST θηλ
1. αποζημίωση (η πράξη):
- αποζημίωση
- Entschädigung θηλ
- παίρνω 15.000 ευρώ (ως) αποζημίωση
- 15.000 Euro (als) Entschädigung erhalten
- έχω αξίωση για αποζημίωση
- Anspruch auf Schadenersatz haben
- υποχρεώνομαι σε αποζημίωση
- zum Schadenersatz verpflichtet sein
- ασκώ αξιώσεις αποζημίωσης
- Schadenersatzansprüche geltend machen
- βουλευτική αποζημίωση
- Diäten θηλ πλ
- παίρνω βουλευτική αποζημίωση
- Diäten beziehen
- χρηματική αποζημίωση
- Geldentschädigung θηλ
- αποζημίωση για δαπάνες
- Aufwandsentschädigung θηλ
- αποζημίωση για ψυχική οδύνη
- Schmerzensgeld ουδ
- αγωγή θηλ αποζημίωσης
- Schadenersatzklage θηλ
- αγωγή θηλ αποζημίωσης για μη εκπλήρωση ΝΟΜ
- Schadenersatzklage θηλ wegen Nichterfüllung
- απαίτηση θηλ αποζημίωσης
- Schadenersatzforderung θηλ
- αίτημα ουδ για αποζημίωση
- Schadenersatzforderung θηλ
- αξίωση θηλ αποζημίωσης
- Schadenersatzanspruch αρσ
- δικαίωμα ουδ αποζημιώσεων
- Recht ουδ auf Schadenersatz
- δικαίωμα ουδ αποζημιώσεων
- Schadenersatzrecht ουδ
- δίκη θηλ αποζημίωσης
- Schadenersatzprozess αρσ
- εγγύηση θηλ αποζημίωσης ΟΙΚΟΝ
- Schadloshaltung θηλ
- ανώτατο όριο ουδ αποζημίωσης
- Höchstentschädigung θηλ
- παροχή θηλ αποζημίωσης
- Schadenersatzleistung θηλ
- προσφορά θηλ αποζημίωσης
- Entschädigungsangebot ουδ
- σύμβαση θηλ αποζημίωσης
- Entschädigungsvertrag αρσ
- υποχρέωση θηλ καταβολής αποζημίωσης
- Schadenersatzpflicht θηλ
2. αποζημίωση (ειδικά για υπάλληλο):
- αποζημίωση
- Abfindung θηλ
- συμφωνία θηλ αποζημίωσης
- Abfindungsvereinbarung θηλ
- έγγραφη συμφωνία θηλ αποζημίωσης
- Abfindungsvertrag αρσ
- δικαίωμα ουδ αποζημίωσης
- Abfindungsrecht ουδ
- πληρωμή θηλ αποζημίωσης
- Abfindungszahlung θηλ
- ποσό ουδ αποζημίωσης
- Abfindungssumme θηλ
- προσφορά θηλ αποζημίωσης
- Abfindungsangebot ουδ
3. αποζημίωση (αυτό που δίνεται):
- αποζημίωση
- Schadenersatz αρσ
- αποζημίωση
- Entschädigung θηλ
- αξιώνω αποζημίωση
- Schadenersatz fordern/verlangen
- παίρνω αποζημίωση
- Schadenersatz erhalten
- κάνω αγωγή αποζημίωσης
- auf Schadenersatz klagen
- δίνω αποζημίωση σε κάποιον για κάτι
- jdn für etw entschädigen
- χωρίς αποζημίωση
- entschädigungslos
- αποζημίωση από την ασφάλεια
- Versicherungsentschädigung θηλ
- αποζημίωση λόγω απόλυσης
- Entlassungsabfindung θηλ
- αποζημίωση για υπηρεσιακές δαπάνες
- Dienstaufwandsentschädigung θηλ
- αποζημίωση για ψυχική οδύνη
- Schmerzensgeld ουδ
- ποσό ουδ αποζημίωσης
- Entschädigungsbetrag αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βουλευτική αποζημίωση
- Diäten θηλ πλ
- αξιώνω αποζημίωση
- Schadenersatz fordern/verlangen
- παίρνω αποζημίωση
- Schadenersatz erhalten
- χωρίς αποζημίωση
- entschädigungslos
- ζητούσε αποζημίωση
- er verlangte Schadenersatz