στο λεξικό PONS
άθελα [ˈaθɛla] ΕΠΊΡΡ
- άθελα
- ohne Absicht
- την πλήγωσα άθελά μου
- es war nicht meine Absicht, sie zu verletzen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- την πλήγωσα άθελά μου
- es war nicht meine Absicht, sie zu verletzen