στο λεξικό PONS
προεδρικ|ός <-ή, -ό> [prɔɛðriˈkɔs] ΕΠΊΘ
- προεδρικός
- Präsidial-, Präsidentschafts-
- προεδρική δημοκρατία
- Präsidialdemokratie θηλ
- προεδρικές εκλογές
- Präsidentschaftswahl θηλ
- προεδρικό συμβούλιο
- Präsidialrat αρσ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.