στο λεξικό PONS
περιοδικ|ός <-ή, -ό> [pɛriɔðiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- περιοδικός
- periodisch
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- περιοδικός πίνακας αρσ στοιχείων
- Periodensystem ουδ der Elemente
- περιοδικός πίνακας στοιχείων
- Periodensystem ουδ der Elemente
- περιοδικός δεκαδικός αριθμός
- periodischer Dezimalbruch αρσ