στο λεξικό PONS
καφ|ές <-έδες> [kaˈfɛs] SUBST αρσ
- καφές
- Kaffee αρσ
- καφές με γάλα
- Kaffee αρσ mit Milch
- ελληνικός καφές
- griechischer Mokka αρσ
- πώς το θέλετε τον καφέ; - σκέτο/μέτριο/γλυκό/βαρύγλυκο (τον ελληνικό καφέ)
- wie möchten Sie den Mokka? - schwarz/leicht gesüßt/süß/stark gesüßt
- καφές σκέτος (γαλλικός)
- schwarzer Kaffee αρσ
- καφές σκέτος (ελληνικός)
- schwarzer Mokka αρσ
- καφές μέτριος
- leicht gesüßter Mokka αρσ
- καφές γλυκός
- süßer Mokka αρσ
- καφές βαρύγλυκος
- stark gesüßter Mokka αρσ
- γαλλικός καφές
- Filterkaffee αρσ
- στιγμιαίος καφές
- Instantkaffee αρσ
- στιγμιαίος καφές
- löslicher Kaffee αρσ
- καφές φίλτρου
- Filterkaffee αρσ
- κόκκοι αρσ πλ καφέ
- Kaffeebohnen θηλ πλ
- πράσινοι κόκκοι αρσ πλ καφέ
- Rohkaffee αρσ ενικ
- καβουρδισμένοι κόκκοι αρσ πλ καφέ
- geröstete Kaffeebohnen θηλ πλ
καφές SUBST
- ιρλανδικός καφές αρσ
- Irish Coffee αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ελληνικός καφές
- griechischer Mokka αρσ
- καφές σκέτος (γαλλικός)
- schwarzer Kaffee αρσ
- καφές μέτριος
- leicht gesüßter Mokka αρσ
- καφές γλυκός
- süßer Mokka αρσ
- καφές βαρύγλυκος
- stark gesüßter Mokka αρσ