στο λεξικό PONS
ίδι|ος <-α, -ο> [ˈiðjɔs] ΕΠΊΘ
1. ίδιος (ένα και το αυτό):
- ο ίδιος
- derselbe
- η ίδια
- dieselbe
- το ίδιο
- dasselbe
- είναι το ίδιο βιβλίο που είχαμε και χθες
- es ist dasselbe Buch, das wir auch gestern hatten
2. ίδιος (εμφατικά):
- εγώ/εσύ/αυτός ο ίδιος/αυτή η ίδια
- ich/du/er/sie selbst
- εμείς/εσείς/αυτοί οι ίδιοι
- wir/ihr/sie selbst
- πήγα ο ίδιος (η ίδια)αρσ(θηλ)
- ich bin selbst hingegangen
- θα το κάνω ο ίδιος (η ίδια)αρσ(θηλ)
- ich werde es selbst machen
3. ίδιος (όμοιος):
- ίδιος
- gleich
- είναι το ίδιο βιβλίο με το άλλο
- es ist das gleiche Buch wie das andere
- αυτά τα δυο είναι ίδια
- diese beiden sind gleich
- είναι το ίδιο σαν να …
- das/es ist das Gleiche, wie wenn/als ob …
- είναι περίπου το ίδιο
- es ist ungefähr das Gleiche
- είναι ίδιος με τον αδερφό του! (από συνήθειες)
- er ist genau wie sein Bruder!
- αυτό που λες είναι ακριβώς το ίδιο
- was du sagst, ist genau das Gleiche
- έχουν το ίδιο μέγεθος/μάκρος/ύψος
- sie sind gleich groß/lang/hoch, sie haben die gleiche Größe/Länge/Höhe
- τους μεταχειρίζομαι ίδια
- ich behandle sie gleich
- το ίδιο κι εμείς
- bei uns ist es auch so
- άσ' τους, όλοι τους ίδιοι είναι!
- ach, lass sie, sie sind doch alle gleich!
- το ίδιο κάνει
- das kommt aufs Gleiche hinaus
- το ίδιο μου κάνει
- das ist mir gleich
- τα ίδια και τα ίδια
- immer wieder das Gleiche
- τα ίδια πάλι άρχισε! (βαρετά λόγια)
- schon wieder dieselbe Leier!
- είναι ίδιος (και απαράλλαχτος) ο πατέρας του (στο πρόσωπο)
- er ist seinem Vater wie aus dem Gesicht geschnitten
- είναι ίδιος (και απαράλλαχτος) ο πατέρας του (στο χαρακτήρα)
- er ist genau wie sein Vater
- είναι ίδιοι και απαράλλαχτοι
- sie gleichen sich wie ein Ei dem anderen
4. ίδιος (προσωπικός, δικός μου):
- ίδιος
- eigen
- με το ίδιο του το αυτοκίνητο
- mit seinem eigenen Auto
- το είδα με τα ίδια μου τα μάτια!
- ich habe es mit meinen eigenen Augen gesehen!
- δεν έχει ίδια γνώμη
- er hat keine eigene Meinung
5. ίδιος (χαρακτηριστικός):
- είναι ίδιο του ανθρώπου
- es ist dem Menschen eigen
- είναι ίδιό του
- es ist ihm eigen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ο ίδιος προσωπικά
- er persönlich
- πήγα ο ίδιος (η ίδια)αρσ(θηλ)
- ich bin selbst hingegangen
- εγώ ο ίδιος
- ich selbst
- θα το κάνω ο ίδιος (η ίδια)αρσ(θηλ)
- ich werde es selbst machen
- είναι ίδιος με τον αδερφό του! (από συνήθειες)
- er ist genau wie sein Bruder!