στο λεξικό PONS
I. απλώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [aˈplɔnɔ] VERB μεταβ
1. απλώνω (χάρτη, φτερά):
- απλώνω
- ausbreiten
- έχω απλωμένο το ζωνάρι μου για καβγά
- Streit suchen
2. απλώνω (διευρύνω):
- απλώνω
- ausweiten, erweitern
3. απλώνω (επεκτείνω):
- απλώνω
- ausdehnen
4. απλώνω (χέρια, πόδια):
- απλώνω
- ausstrecken
5. απλώνω (ρούχα):
- απλώνω
- aufhängen
6. απλώνω (βούτηρο σε ψωμί):
- απλώνω σε
- streichen auf +αιτ
II. απλώνομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. απλώνομαι (ξαπλώνω):
- απλώνομαι
- sich hinlegen
2. απλώνομαι (εκτείνομαι, πόλη, επιχείρηση):
- απλώνομαι
- sich ausdehnen
- απέραντες εκτάσεις απλωνόταν μπροστά στα μάτια του
- weites Land dehnte sich vor seinen Augen aus
- το δάσος απλώνεται ως το ποτάμι
- der Wald erstreckt sich bis zum Fluss
- η έρημος απλώνεται εκατοντάδες χιλιόμετρα
- die Wüste erstreckt sich über Hunderte von Kilometern