στο λεξικό PONS
αποκτ|ώ [apɔkˈtɔ], αποχτ|ώ [apɔxˈtɔ] <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> VERB μεταβ
1. αποκτώ (περιουσία, γνώσεις, εκτίμηση, εμπιστοσύνη, κάτι αγοράζοντάς το):
- αποκτώ
- erwerben
2. αποκτώ (παιδιά):
- αποκτώ
- bekommen
3. αποκτώ (φίλους):
- αποκτώ
- gewinnen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αποκτώ τη συνήθεια να …
- sich δοτ angewöhnen zu …
- αποκτώ/βγάζω όνομα
- sich δοτ einen großen Ruf erwerben