στο λεξικό PONS
επιστολή [ɛpistɔˈli] SUBST θηλ
1. επιστολή (γράμμα):
- επιστολή
- Brief αρσ
- απλή επιστολή
- Standardbrief αρσ
- διαφημιστική επιστολή
- Werbebrief αρσ
- εμπορική/επαγγελματική επιστολή
- Geschäftsbrief αρσ
- ερωτική επιστολή
- Liebesbrief αρσ
- ευχαριστήρια επιστολή
- Dankschreiben ουδ
- ιδιόχειρη επιστολή
- handgeschriebener Brief αρσ
- ομαδική επιστολή (διαφημιστική)
- Werbebrief αρσ
- συλλυπητήρια επιστολή
- Beileidsschreiben ουδ
- συστημένη επιστολή
- Einschreibebrief αρσ
- ανοιχτή επιστολή
- offener Brief αρσ
2. επιστολή (γράμμα: όρος επίσημης αλληλογραφίας):
- επιστολή
- Schreiben ουδ
- συστατική επιστολή
- Empfehlungsschreiben ουδ
- συλλυπητήρια επιστολή
- Beileidsschreiben ουδ
3. επιστολή ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΟΙΚΟΝ:
- πιστωτική επιστολή ΟΙΚΟΝ
- Kreditbrief αρσ
- πιστωτική επιστολή ΟΙΚΟΝ
- Akkreditiv ουδ
- ανέκκλητη πιστωτική επιστολή
- unwiderruflicher Kreditbrief αρσ
- ανέκκλητη πιστωτική επιστολή
- unwiderrufliches Akkreditiv ουδ
- ταξιδιωτική πιστωτική επιστολή
- Reisekreditbrief αρσ
- ανακαλώ/βεβαιώνω/εκδίδω πιστωτική επιστολή
- ein Akkreditiv annullieren/bestätigen/ausstellen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επιστολή θηλ διαμαρτυρίας
- Beschwerdebrief αρσ
- ποιμαντορική επιστολή
- Hirtenbrief αρσ
- επιστραφείσα επιστολή
- zurückgesandter Brief αρσ
- πιστωτική επιστολή
- Kreditbrief αρσ
- προειδοποιητική επιστολή
- Mahnschreiben ουδ