στο λεξικό PONS
I. δανεί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ðaˈnizɔ] VERB μεταβ
- δανείζω
- leihen
- του το δάνεισα
- ich habe es ihm geliehen
II. δανείζομαι VERB αποθ ρήμα μεταβ
- δανείζομαι κάτι από κάποιον
- sich δοτ von/bei jdm etw ausleihen/leihen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.