στο λεξικό PONS
εξαναγκά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ɛksanaŋˈgazɔ] VERB μεταβ
- εξαναγκάζω
- zwingen
- εξαναγκάζω κάποιον να κάνει κάτι
- jdn dazu zwingen, etw zu tun
- γιατί το έκανε; - τον εξανάγκασαν
- warum hat er es getan? - man hat ihn dazu gezwungen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εξαναγκάζω κάποιον να κάνει κάτι
- jdn dazu zwingen, etw zu tun