στο λεξικό PONS
μαγειρ|εύω <-εψα, -εύτηκα, -εμένος> [majiˈrɛvɔ] VERB μεταβ
1. μαγειρεύω:
- μαγειρεύω
- kochen
2. μαγειρεύω μτφ (μηχανορραφώ):
- μαγειρεύω
- aushecken
- κάτι μαγειρεύει
- er heckt irgendetwas aus
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.