στο λεξικό PONS
ξιδάτ|ος <-η, -ο> [ksiˈðatɔs] ΕΠΊΘ
- ξιδάτος
- mit Essig zubereitet
- αγγουράκια ουδ πλ ξιδάτα
- saure Gurken θηλ πλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- ξημερώνομαι
- ξηρά
- ξήρανση
- ξηραντήρας
- ξηρασία
- ξιδάτος
- ξίδι
- ξινίζω
- ξινίλα
- ξινό
- ξινόγαλα