στο λεξικό PONS
I. αυξ|άνω <-ησα, -ήθηκα, -ημένος> [afˈksanɔ] VERB μεταβ
1. αυξάνω (γενικά: ανεβάζω):
- αυξάνω
- erhöhen
- αυξάνω το μάκρος ενός πράγματος
- etw verlängern
- αυξάνω το πλάτος ενός πράγματος
- etw verbreitern
2. αυξάνω (ειδικά τιμές και μισθούς):
- αυξάνω
- anheben
II. αυξ|άνω <-ησα, -ήθηκα, -ημένος> [afˈksanɔ] VERB αμετάβ
1. αυξάνω (ανεβαίνω):
- αυξάνω
- sich erhöhen
2. αυξάνω (γίνομαι περισσότερος):
- αυξάνω
- zunehmen
- τα προβλήματά τους αυξάνουν
- ihre Probleme nehmen zu
III. αυξάνομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. αυξάνομαι (ανεβαίνω):
- αυξάνομαι
- sich erhöhen
2. αυξάνομαι (γίνομαι περισσότερος):
- αυξάνομαι
- zunehmen
- αυξάνομαι σε βάρος/μήκος
- an Gewicht/Länge zunehmen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αυξάνω το μάκρος ενός πράγματος
- etw verlängern
- αυξάνω το πλάτος ενός πράγματος
- etw verbreitern