στο λεξικό PONS
υπ|οδεικνύω <-έδειξα, -οδείχθηκα, -οδεδειγμένος> [ipɔðiˈkniɔ] VERB μεταβ
1. υποδεικνύω (δείχνω):
- υποδεικνύω κάτι σε κάποιον
- jdn auf etw αιτ hinweisen
2. υποδεικνύω (προτείνω):
- υποδεικνύω
- vorschlagen
3. υποδεικνύω (συμβουλεύω):
- υποδεικνύω
- raten
4. υποδεικνύω (συνιστώ):
- υποδεικνύω
- empfehlen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- υποδεικνύω κάτι σε κάποιον
- jdn auf etw αιτ hinweisen