στο λεξικό PONS
πάθησ|η <-εις> [ˈpaθisi] SUBST θηλ
- πάθηση
- Leiden ουδ
- δερματική πάθηση
- Hautkrankheit θηλ
- δερματική πάθηση
- Leiden ουδ an der Haut
- πάθηση των ματιών
- Augenleiden ουδ
- οφθαλμική πάθηση
- Augenleiden ουδ
- πάθηση της καρδιάς
- Herzleiden ουδ
- καρδιοαγγειακή πάθηση
- Herz-Kreislauf-Erkrankung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δερματική πάθηση
- Hautkrankheit θηλ
- διανοητική πάθηση
- Geisteskrankheit θηλ
- καρδιοαγγειακή πάθηση
- Herz-Kreislauf-Erkrankung θηλ
- οφθαλμική πάθηση
- Augenleiden ουδ
- πάθηση των ματιών
- Augenleiden ουδ