στο λεξικό PONS
αντικα|θιστώ <-θιστάς, -τάστησα, -ταστάθηκα, -ταστημένος> [andikaθisˈtɔ], αντικα|τασταίνω <-τάστησα, -ταστάθηκα, -ταστημένος> VERB μεταβ
1. αντικαθιστώ (τοποθετώ στη θέση άλλου):
- αντικαθιστώ
- ersetzen
2. αντικαθιστώ (αναπληρώνω κάποιον):
- αντικαθιστώ
- vertreten
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.