στο λεξικό PONS
γεύσ|η <-εις> [ˈjɛfsi] SUBST θηλ
- γεύση
- Geschmack αρσ
- έχει ωραία γεύση
- es schmeckt gut
- είναι γλυκό στη γεύση
- es schmeckt süß
- έχει γεύση λεμονιού
- es schmeckt nach Zitrone
- με γεύση φράουλα
- mit Erdbeergeschmack
- αφήνει μια άσχημη γεύση στο στόμα
- es hinterlässt einen schlechten Nachgeschmack
- παίρνω μια πρώτη γεύση από κάτι μτφ
- einen ersten Geschmack/einen Vorgeschmack von etw bekommen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είναι γλυκό στη γεύση
- es schmeckt süß
- έχει ωραία γεύση
- es schmeckt gut
- έχει γεύση λεμονιού
- es schmeckt nach Zitrone
- με γεύση φράουλα
- mit Erdbeergeschmack
- έχει γεύση ξινίλας
- es schmeckt sauer