στο λεξικό PONS
βαλίτσα [vaˈlitsa] SUBST θηλ
- βαλίτσα
- Koffer αρσ
- φτιάχνω/ετοιμάζω τις βαλίτσες
- die Koffer packen
- θα πάει μακριά η βαλίτσα;
- dauert das noch lange?
- βαλίτσα εγγράφων
- Aktenkoffer αρσ
- ιατρική βαλίτσα
- Arztkoffer αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βαλίτσα εγγράφων
- Aktenkoffer αρσ
- ιατρική βαλίτσα
- Arztkoffer αρσ
- θα πάει μακριά η βαλίτσα;
- dauert das noch lange?
- βάζω τα ρούχα μες στη βαλίτσα
- die Kleider in den Koffer packen