στο λεξικό PONS
I. ενσαρκώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ɛnsarˈkɔnɔ] VERB μεταβ
- ενσαρκώνω
- verkörpern
- ενσαρκώνει τα ιδανικά της …
- er verkörpert die Ideale der …
- είναι η αρετή ενσαρκωμένη
- er ist die Tugend in Person
II. ενσαρκώνομαι VERB αυτοπ ρήμα (για θεό)
- ενσαρκώνομαι
- Mensch werden
- ενσαρκώθηκε
- er wurde Mensch