στο λεξικό PONS
πόλ|η <pl: -εις> [ˈpɔli] SUBST θηλ
- πόλη
- Stadt θηλ
- η αιώνια πόλη
- die Ewige Stadt θηλ
- η πόλη του φωτός
- die Stadt θηλ des Lichts
- πόλη-δορυφόρος
- Satellitenstadt θηλ
- πόλη-κράτος
- Stadtstaat αρσ
- βιομηχανική πόλη
- Industriestadt θηλ
- επαρχιακή πόλη
- Provinzstadt θηλ
Πόλη [ˈpɔli] SUBST θηλ ενικ ΙΣΤΟΡΊΑ
- Πόλη
- Konstantinopel ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επαρχιακή πόλη
- Provinzstadt θηλ
- βιομηχανική πόλη
- Industriestadt θηλ
- πόλη-δορυφόρος
- Satellitenstadt θηλ
- πόλη-κράτος
- Stadtstaat αρσ
- η πόλη περιστοιχίζεται από …
- die Stadt wird von … umgeben