στο λεξικό PONS
απόλυτ|ος <-η, -ο> [aˈpɔlitɔs] ΕΠΊΘ
1. απόλυτος (άσχετος προς οτιδήποτε άλλο):
- απόλυτος
- absolut
- απόλυτος αριθμός
- Kardinalzahl θηλ
- απόλυτα αριθμητικά
- Kardinalzahlen θηλ πλ
- απόλυτα αριθμητικά
- Grundzahlen θηλ πλ
- απόλυτη μουσική
- Absolute Musik θηλ
2. απόλυτος (απεριόριστος):
- απόλυτος
- uneingeschränkt, absolut
- απόλυτη ελευθερία
- uneingeschränkte Freiheit θηλ
- απόλυτη εμπιστοσύνη
- uneingeschränktes/absolutes Vertrauen ουδ
- απόλυτη μοναρχία
- absolute Monarchie θηλ
3. απόλυτος (πλήρης):
- απόλυτος
- völlig, absolut
- απόλυτα/απολύτως άγνωστος
- völlig unbekannt, absolut unbekannt
- έχεις απόλυτο δίκιο
- du hast völlig Recht
- απόλυτα ικανοποιημένος
- voll zufrieden
- απόλυτο σκοτάδι
- völlige Dunkelheit θηλ
- απόλυτη ανάγκη
- dringende Notwendigkeit θηλ
- απόλυτη πλειοψηφία
- absolute Mehrheit θηλ
απολυτ|ός <-ή, -ό> [apɔliˈtɔs] ΕΠΊΘ
1. απολυτός (σκοινί):
- απολυτός
- lose
2. απολυτός (σκύλος):
- απολυτός
- los
- είχε τον σκύλο απολυτό
- er ließ den Hund frei laufen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- απόλυτος αριθμός
- Kardinalzahl θηλ