στο λεξικό PONS
αποσπ|ώ <-άς, -ασα, -άστηκα, -ασμένος> [apɔˈspɔ] VERB μεταβ
1. αποσπώ (αποχωρίζω):
- αποσπώ
- abtrennen
2. αποσπώ (παίρνω βίαια):
- αποσπώ από κάτι/κάποιον
- losreißen von etw/jdm
3. αποσπώ (κάποιον από τη χαρτοπαιξία):
- αποσπώ
- abbringen
4. αποσπώ (υπάλληλο άλλης επιχείρησης):
- αποσπώ
- abwerben
- αποσπώ εργατικό δυναμικό από μια επιχείρηση
- Arbeitskräfte von einer Firma abwerben
5. αποσπώ (πληροφορίες, ομολογία, μυστικό):
- αποσπώ
- entlocken
- του το απόσπασα
- ich habe es ihm entlockt
6. αποσπώ (προσελκύω: προσοχή):
- αποσπώ
- auf sich ziehen
7. αποσπώ (κερδίζω: θαυμασμό, εμπιστοσύνη):
- αποσπώ
- gewinnen
ιδιωτισμοί:
- αποσπώ κάποιου ένα χαμόγελο
- jdm ein Lächeln abgewinnen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αποσπώ κάποιου ένα χαμόγελο
- jdm ein Lächeln abgewinnen
- αποσπώ εργατικό δυναμικό από μια επιχείρηση
- Arbeitskräfte von einer Firma abwerben