στο λεξικό PONS
βραδυπορ|ώ <-είς, -ησα> [vraðipɔˈrɔ] VERB αμετάβ
1. βραδυπορώ (πηγαίνω αργά):
- βραδυπορώ
- langsam gehen
2. βραδυπορώ (μένω πίσω):
- βραδυπορώ
- zurückbleiben
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.