στο λεξικό PONS
I. ένοχ|ος <-η, -ο> [ˈɛnɔxɔs] ΕΠΊΘ
- ένοχος
- schuldig
- είναι ένοχος φόνου
- er ist des Mordes schuldig
- κηρύσσω κάποιον ένοχο
- jdn für schuldig erklären/befinden
- κρίνομαι ένοχος
- für schuldig erklärt werden
II. ένοχ|ος <-η, -ο> [ˈɛnɔxɔs] SUBST αρσ/θηλ
- ένοχος
- Schuldige(r) mf
- ο κύριος ένοχος
- der Hauptschuldige αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κρίνομαι ένοχος
- für schuldig erklärt werden
- είναι ένοχος φόνου
- er ist des Mordes schuldig
- ο κύριος ένοχος
- der Hauptschuldige αρσ