στο λεξικό PONS
ζουλ|ώ <-άς, -ηξα [ή -ησα], -ήχτηκα, -ηγμένος> [zuˈlɔ], ζουλ|ίζω [zuˈlizɔ] <-ισα [ή -ιξα], -ήχτηκα, -ιγμένος> VERB μεταβ
1. ζουλώ (συνθλίβω):
- ζουλώ
- zusammendrücken
2. ζουλώ (ώστε να χαλάσει):
- ζουλώ
- zerquetschen
3. ζουλώ (πατώ):
- ζουλώ
- drücken
4. ζουλώ (φρούτο):
- ζουλώ
- auspressen
5. ζουλώ (δάχτυλα σε πόρτα):
- ζουλώ
- einquetschen