στο λεξικό PONS
εννο|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ɛnɔˈɔ] VERB μεταβ
1. εννοώ (θέλω να πω):
- εννοώ
- meinen
- δεν καταλαβαίνω τι εννοείς
- ich verstehe nicht, was du meinst
- τι εννοείς μ' αυτό;
- was meinst du damit?
- ποιον εννοείς;
- wen meinst du?
2. εννοώ (σημαίνω):
- εννοώ
- bedeuten
3. εννοώ (καταλαβαίνω):
- εννοώ
- verstehen
- εννοείται
- das versteht sich von selbst
- αφήνω να εννοηθεί
- durchblicken lassen
- άφησε να εννοηθεί ότι …
- er ließ durchblicken, dass …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εννοώ εσένα
- ich meine dich
- εσένα εννοώ
- dich meine ich
- πού ξέρεις εσύ τι εννοώ!
- was weißt du schon, was ich meine!
- τάχα δεν ξέρεις τι εννοώ!
- als ob du nicht wüsstest, was ich meine!
- τάχα δεν ξέρεις τι εννοώ;
- weißt du etwa nicht, was ich meine?