στο λεξικό PONS
κοιν|ός <-ή, -ό> [ciˈnɔs] ΕΠΊΘ
1. κοινός (μοιραζόμενος: φίλος κτλ):
- κοινός
- gemeinsam
2. κοινός (συνηθισμένος):
- κοινός
- gewöhnlich
3. κοινός (δημόσιος):
- κοινός
- öffentlich
- κοινή γνώμη
- öffentliche Meinung θηλ
4. κοινός (ευτελής):
- κοινός
- gemein
ιδιωτισμοί:
- κοινό μυστικό
- offenes Geheimnis ουδ
- κοινός νους
- gesunder Menschenverstand αρσ
- οι κοινοί θνητοί
- die Sterblichen αρσ πλ
- κοινή γυναίκα
- Prostituierte θηλ
- το κοινό συμφέρον
- das Gemeinwohl ουδ
- κοινός τόπος
- Gemeinplatz αρσ
- Κοινή Νεοελληνική
- Neugriechisch ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κοινός νους
- gesunder Menschenverstand αρσ
- κοινός παρονομαστής και μτφ
- gemeinsamer Nenner αρσ
- κοινός κίνδυνος
- gemeine Gefahr θηλ
- κοινός τόπος
- Gemeinplatz αρσ
- ένας κοινός γνωστός
- ein gemeinsamer Bekannter αρσ