στο λεξικό PONS
σταθερότητα [staθɛˈrɔtita] SUBST θηλ
1. σταθερότητα (στερεότητα):
- σταθερότητα
- Stabilität θηλ
- νομισματική σταθερότητα
- Geldwertstabilität θηλ
- νομισματική σταθερότητα
- Währungsstabilität θηλ
- οικονομική σταθερότητα
- Wirtschaftsstabilität θηλ
- εσωετερική οικονομική σταθερότητα
- binnenwirtschaftliche Stabilität θηλ
- σταθερότητα των τιμών
- Preisstabilität θηλ
- πρόγραμμα ουδ σταθερότητας ΟΙΚΟΝ
- Stabilitätsprogramm ουδ
- σύμφωνο ουδ σταθερότητας
- Stabilitätspakt αρσ
- σύμφωνο ουδ σταθερότητας και ανάπτυξης EE
- Stabilitäts- und Wachstumspakt αρσ
2. σταθερότητα (μονιμότητα):
- σταθερότητα
- Beständigkeit θηλ
- η σταθερότητα της αξίας ενός πράγματος
- die Wertbeständigkeit θηλ einer Sache
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σταθερότητα θηλ χροιάς
- Farbstabilität θηλ
- σταθερότητα θηλ συχνότητας
- Frequenzstabilität θηλ
- νομισματική σταθερότητα
- Geldwertstabilität θηλ
- οικονομική σταθερότητα
- Wirtschaftsstabilität θηλ
- σταθερότητα θηλ των τιμών ΟΙΚΟΝ
- Preisstabilität θηλ
Αναζήτηση στο λεξικό
- στάδιο
- σταδιοδρομία
- σταδιοδρομώ
- στάζω
- σταθερά
- σταθερότητα
- σταθμά
- σταθμάρχης
- στάθμευση
- σταθμεύω
- στάθμη