στο λεξικό PONS
αποδοτικ|ός <-ή, -ό> [apɔðɔtiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. αποδοτικός (αποτελεσματικός):
- αποδοτικός
- effizient
2. αποδοτικός (επικερδής):
- αποδοτικός
- ertragreich
3. αποδοτικός (παραγωγικός):
- αποδοτικός
- produktiv
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.