στο λεξικό PONS
μετ|αθέτω <-άθεσα [ή -έθεσα], -ατέθηκα, -αθεμένος [ή -ατεθειμένος] > [mɛtaˈθɛtɔ] VERB μεταβ
1. μεταθέτω (μετακινώ):
- μεταθέτω
- umstellen
2. μεταθέτω (υπάλληλο):
- μεταθέτω
- versetzen
3. μεταθέτω (αναβάλλω):
- μεταθέτω
- verschieben
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.