στο λεξικό PONS
αναβ|άλλω <-αλα, -λήθηκα, -λημένος> [anaˈvalɔ] VERB μεταβ
- αναβάλλω
- verschieben
- μην αναβάλλεις για αύριο ό,τι μπορείς να κάνεις σήμερα παροιμ
- was du heute kannst besorgen, das verschiebe nicht auf morgen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.