στο λεξικό PONS
λυμ|αίνομαι <-άνθηκα> [liˈmɛnɔmɛ] VERB αποθ ρήμα μεταβ
- λυμαίνομαι
- verwüsten
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- λυκάνθρωπος
- λυκαυγές
- λύκειο
- λυκίσκος
- λύκος
- λυμαίνομαι
- λύματα
- λυματολάσπη
- λύνω
- λυόμενος
- λυοφιλισμένος