στο λεξικό PONS
I. προσ|δένω <-δεσα [ή -έδεσα], -δέθηκα, -δεμένος> [prɔzˈðɛnɔ] VERB μεταβ
- προσδένω σε
- binden an +αιτ
II. προσδένομαι VERB αυτοπ ρήμα (βάζω τη ζώνη)
- προσδένομαι
- sich anschnallen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.