στο λεξικό PONS
απρόθυμ|ος <-η, -ο> [aˈprɔθimɔs] ΕΠΊΘ
1. απρόθυμος (να κάνω κάτι):
- απρόθυμος
- abgeneigt
- φαίνομαι απρόθυμος να κάνω κάτι
- abgeneigt sein, etw zu tun
2. απρόθυμος (να βοηθήσω):
- απρόθυμος
- nicht bereitwillig
- φαινόταν απρόθυμος να με βοηθήσει
- er zeigte keine Bereitschaft, mir zu helfen
3. απρόθυμος (που δεν του αρέσει κάτι):
- είμαι απρόθυμος για κάτι (για δουλειά)
- einer Sache δοτ abgeneigt sein
4. απρόθυμος (πωλητής: που δεν έχει όρεξη να εξυπηρετήσει):
- απρόθυμος
- nicht zuvorkommend
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είμαι απρόθυμος για κάτι (για δουλειά)
- einer Sache δοτ abgeneigt sein
- φαίνομαι απρόθυμος να κάνω κάτι
- abgeneigt sein, etw zu tun
- φαινόταν απρόθυμος να με βοηθήσει
- er zeigte keine Bereitschaft, mir zu helfen