στο λεξικό PONS
οδηγός [ɔðiˈɣɔs] SUBST mf
1. οδηγός (οχήματος):
- οδηγός
- Fahrer(in) αρσ (θηλ)
2. οδηγός (αρχηγός):
- οδηγός
- Anführer(in) αρσ (θηλ)
3. οδηγός (ξεναγός):
- οδηγός
- Reiseleiter(in) αρσ (θηλ)
4. οδηγός (εγχειρίδιο):
- οδηγός
- Handbuch ουδ
- οδηγός διασκέδασης
- Freizeitführer αρσ
- Χρυσός Οδηγός
- Gelbe Seiten θηλ πλ
5. οδηγός (τουριστικό βιβλίο):
- οδηγός
- Reiseführer αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- οδηγός αρσ διασκέδασης
- Freizeitführer αρσ
- Χρυσός Οδηγός
- Gelbe Seiten θηλ πλ
- οδηγός διασκέδασης
- Freizeitführer αρσ