στο λεξικό PONS
- bang(e)
- φοβισμένος
- verängstigt
- φοβισμένος
- verschüchtert
- φοβισμένος
- furchtsam
- φοβισμένος, δειλός
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- φλωρεντινός
- φοβάμαι
- φοβέρα
- φοβερίζω
- φοβέρισμα
- φοβισμένος
- φοβιτσιάρης
- φόβος
- φοβούμαι
- φόδρα
- φοδράρω