στο λεξικό PONS
στεγά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [stɛˈɣazɔ] VERB μεταβ
1. στεγάζω (κτήριο):
- στεγάζω
- bedachen, mit einem Dach versehen
2. στεγάζω (προσφέρω στέγη):
- στεγάζω
- unterbringen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.