στο λεξικό PONS
δικαίωμα [ðiˈcɛɔma] SUBST ουδ
1. δικαίωμα ΝΟΜ (απαίτηση, αξίωση):
- δικαίωμα
- Recht ουδ
- έχω δικαίωμα σε κάτι
- ein Recht auf etw αιτ haben
- έχω δικαίωμα να ξέρω αν …
- ich habe ein Recht darauf, zu wissen, ob …
- έχω το δικαίωμα να χρησιμοποιώ αυτήν τη μηχανή
- ich habe das Recht, diese Maschine zu benutzen
- δεν έχεις δικαίωμα να …
- du hast nicht das Recht, zu …
- αυτό δε σου δίνει το δικαίωμα να …
- dies gibt dir nicht das Recht, zu …
- δίνω το δικαίωμα σε κάποιον να κάνει κάτι
- jdm das Recht erteilen, etw zu tun
- άσ' τον, δικαίωμά του!
- lass ihn, das ist sein eigenes Recht!
- δικαίωμα απεργίας
- Streikrecht ουδ
- αποκλειστικό δικαίωμα
- Alleinrecht ουδ
- αποκλειστικό δικαίωμα
- Ausschließlichkeitsrecht ουδ
- δικαίωμα αποκλειστικότητας
- Exklusivrecht ουδ
- δικαίωμα αποκλειστικότητας
- Ausschließlichkeitsrecht ουδ
- απόλυτο δικαίωμα
- absolutes Recht ουδ
- ειδικό δικαίωμα
- Sonderrecht ουδ
- δικαίωμα εκμετάλλευσης
- Nutzungsrecht ουδ
- δικαίωμα εργασίας
- Recht ουδ auf Arbeit
- θεμελιώδες δικαίωμα
- Grundrecht ουδ
- άσκηση θηλ θεμελιώδους δικαιώματος
- Grundrechtsausübung θηλ
- απειλή θηλ για τα θεμελιώδη δικαιώματα
- Grundrechtsgefährdung θηλ
- διασφάλιση θηλ θεμελιωδών δικαιωμάτων
- Grundrechtsgewährleistung θηλ
- έλεγχος αρσ της τήρησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων
- Grundrechtsprüfung θηλ
- περιορισμός αρσ θεμελιωδών δικαιωμάτων
- Grundrechtsbegrenzung θηλ
- προσβολή θηλ θεμελιωδών δικαιωμάτων
- Grundrechtsbeeinträchtigung θηλ
- προστασία θηλ των θεμελιωδών δικαιωμάτων
- Grundrechtsschutz αρσ
- κοινό δικαίωμα
- Gesamtrecht ουδ
- δικαίωμα παραμονής
- Aufenthaltsrecht ουδ
- δικαίωμα ψήφου
- Wahlrecht ουδ
- εκλογικό δικαίωμα
- Wahlrecht ουδ
- ασκώ τα εκλογικά μου δικαιώματα
- sein Wahlrecht ausüben
- δικαίωμα εκπαίδευσης
- Recht ουδ auf Bildung
- δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας
- Urheberrecht ουδ
- πνευματικά δικαιώματα
- Copyright ουδ ενικ
- πολιτικό δικαίωμα
- bürgerliches Recht ουδ
- πολιτικό δικαίωμα
- Bürgerrecht ουδ
- δικαίωμα προστασίας
- Schutzrecht ουδ
- εκδοτικά δικαιώματα
- Verlagsrecht ουδ ενικ
- τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα δικαιώματα του ανθρώπου
- die Menschenrechte ουδ πλ
- κατάσταση θηλ ανθρωπίνων δικαιωμάτων
- Menschenrechtssituation θηλ
- κατάσταση θηλ ανθρωπίνων δικαιωμάτων
- Menschenrechtslage θηλ
- Ευρωπαϊκή Σύμβαση θηλ των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
- Europäische Menschenrechtskonvention θηλ
- εκλογικό δικαίωμα
- Wahlrecht ουδ
- ασκώ το εκλογικό μου δικαίωμα
- von seinem Wahlrecht Gebrauch machen
- απώλεια θηλ δικαιώματος
- Rechtsverlust αρσ
- κατάχρηση θηλ δικαιώματος
- Rechtsmissbrauch αρσ
ιδιωτισμοί:
- δικαιώματα (νόμιμη αμοιβή, συγγραφέα κτλ)
- Tantiemen θηλ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δικαίωμα ουδ παραμονής
- Aufenthaltsrecht ουδ
- δικαίωμα ουδ πληροφόρησης
- Auskunftsrecht ουδ
- δικαίωμα ουδ πρωτοβουλίας EE
- Initiativrecht ουδ
- δικαίωμα ουδ προσφυγής
- Regress αρσ
- δικαίωμα ουδ υπαναχώρησης
- Rücktrittsrecht ουδ